Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Χάζευε


Perfection



Καθόταν σε μια ξύλινη καρέκλα στην άκρη της θάλασσας. Χάιδευε τον σκύλο της. Καθώς αυτό της έκανε χαρές και προσπαθούσε να την σηκώσει να παίξουν,εκείνη το αγνοούσε και κοιτούσε στο βάθος,το γαλάζιο. Φαινόταν σκεφτική όμως αν έμπαινες στο μυαλό της δεν υπήρχε τίποτα,κενό. Χάζευε. Για ώρες χάζευε,δεν βαριόταν. Στη συνέχεια σηκώθηκε,έβγαλε τα παπούτσια της και χόρεψε. Χόρευε μέχρι που ο ήλιος μεταμορφώθηκε σε φεγγάρι. Χόρευε μαζί με τα αστέρια έλεγε και έλαμπαν τα μάτια της. Χόρευε μέχρι να πέσει και να μην μπορέσει να ξανά σηκωθεί. Το φόρεμα της είχε λερωθεί,τα πόδια της είχαν κουραστεί. Εκείνη όμως συνέχισε μέχρι το πρωί,μέχρι να έρθει το πρώτο λεωφορείο στην στάση με την αυγή. Ο οδηγός την κοίταξε περίεργα,ήταν ξυπόλητη, φοβήθηκε μια στιγμή ότι δεν θα την δεχτεί. Αφού έκατσε σε ένα κάθισμα προσπάθησε να βάλει τα παπούτσια της όμως τα πόδια της είχαν χτυπήσει τόσες αρκετές φορές που δεν τα άντεχε. Έβαλε τα ακουστικά της να ακούσει μουσική και έγειρε το κεφάλι προς το παράθυρο,έβλεπε τα δέντρα να περνάνε γρήγορα από δίπλα της μέχρι που αποκοιμήθηκε. 
Όταν πια ήταν σπίτι, ένας τύπος βρέθηκε να της χτυπά επίμονα την πόρτα. Άνοιξε..
Σήκωσε το ένα χέρι του απότομα, ήταν θυμωμένος και έτρεμε, με το άλλο την κρατούσε δυνατά,την πονούσε..θα έλεγα ότι εκείνη την στιγμή την μισούσε. Πέρασαν λίγα λεπτά στην ίδια ακριβώς θέση. 
Τον κοιτούσε επίμονα,όχι με θυμό..με λύπη,παράπονο, ίσως και απογοήτευση.
Λύγισε το χέρι του και άρχισε να κλαίει..ύστερα μπήκε στην αγκαλιά της και νίκησε τον εγωισμό του. Την κρατούσε για ώρες. Προσπαθούσε να βρει τις σωστές λέξεις να της περιγράψει πως ένιωθε εκείνη την στιγμή όμως το μόνο που ακουγόταν ήταν ένας λυγμός από τα δάκρυα που τον έπνιγαν..
Είχα τον χρόνο να σκεφτώ πολλά..πέρασαν από το μυαλό μου αρκετά ακουμπώντας το κεφάλι μου στο στήθος του,όπως πόσο αδύναμοι είναι οι άνθρωποι που δείχνουν δυνατοί ή ότι ο θυμός γεμίζει τους ανθρώπους έντονα άσχημα συναισθήματα που καταστρέφουν τις όμορφες αισθήσεις που χτίσανε με τον χρόνο. Πως να δεχτώ πως ήταν άσκοπος ο χρόνος..πως να δεχτώ να γεμίσω το κενό μου με ψέματα που μοιράζουν σε όλο τον πλανήτη κάποιοι άνθρωποι.
Δεν ξέρω όμως αν είχαν σημασία εκείνη την στιγμή τι σκεφτόμουν εγώ,αφού στην ουσία αναζητούσα τι σκεφτόταν αυτός. Σιωπή όμως. Σιωπή και δυο χέρια να με τυλίγουν με όλη τους την δύναμη. Απομακρύνθηκα λίγο,φάνηκε σαν να τον έσπρωχνα.. Τον κοίταξα στα μάτια περιμένοντας να πει μια λέξη,κάτι, του έκανα νόημα με το κεφάλι όμως εκείνος τίποτα. 
Με χάζευε. Ηρέμησε, πλέον υπήρχε μονάχα γαλήνη μεταξύ μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου