Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Ψίθυροι


Anthem of Silent Secrets | via Tumblr


Ψίθυροι με περί τριγυρίζουν,  ψίθυροι που δεν μπορώ να ακούσω καθαρά. Ίσα ίσα που ακούω στόματα να ανοιγοκλείνουν και κάποιες σκόρπιες λέξεις. Αγγίζω το γρασίδι,διστάζω μα ξαπλώνω. Αντικρίζω τον  γαλάζιο ουρανό,ηρεμώ. Κλείνω τα μάτια μου και προσπαθώ να χαθώ στο σκοτάδι,προσπαθώ να ξεφορτωθώ τις φωνές,μα όλο δυναμώνουν. Νιώθω πίεση και κούραση,απελπίζομαι και αντιδρώ χωρίς να ξέρω τι θα καταφέρω,χωρίς δεύτερη σκέψη σηκώνομαι και τρέχω..τα πόδια μου έτρεμαν,τα μάτια μου έδειχναν τα πάντα θολά,μπερδεμένα, οι ανάσες μου ήταν κοφτές και συνεχώς ακολουθούσε η μία την άλλη χωρίς στάση. Δεν ήξερα που πήγαινα, απλά ήθελα να φύγω..πριν καλά καλά το καταλάβω είχα χαθεί και τα πόδια μου δεν με βαστούσαν πια,έτσι ακολούθησε η πτώση..
Το φόρεμα μου είχε λερωθεί και η κορδέλα από τα μαλλιά μου είχε πέσει. Περπάτησα λίγο παραπάνω και συνάντησα ένα ποτάμι,βούτηξα τα πόδια μου και χάζεψα τα ψηλά δέντρα που υπήρχαν γύρω μου. Λίγο παρακάτω βρήκα μια φωτογραφία,μια σκισμένη φωτογραφία, την καθάρισα και την παρατηρούσα για κάμποση ώρα, υπήρχε μια πεταλούδα,μια όμορφη πεταλούδα. 
Ύστερα από πολλές ώρες,όπου πλέον ο ήλιος είχε χαθεί και είχε νυχτώσει, προσπαθούσα να βρω κάποιον να με βγάλει από τον τεράστιο αυτό λαβύρινθο,μάταια όμως..
Πέρασαν μερικές μέρες μέχρι να συνηθίσω  την απόλυτη σιωπή, φώναζα, ούρλιαζα, μιλούσα με τον εαυτό μου σαν να μιλούσα σε κάποιον ή μερικές φορές απαντούσα σε ψιθύρους . Ένιωθα πως άρχισα να τρελαίνομαι. Ένα βράδυ λοιπόν οι ψίθυροι δυνάμωσαν τόσο που δεν μπορούσα να ακούσω πια την φωνή μου,άρχισα να ιδρώνω και να κλαίω. Προσπαθούσα να σηκωθώ και να σταθώ σε κάποιο δέντρο γιατί από το σκοτάδι δεν έβλεπα σχεδόν τίποτα,και άρχισα να από μακρύνομαι με βήματα μεθυσμένου..τότε λοιπόν ήταν που σκόνταψα και βγήκε η φωτογραφία από την τσέπη μου,αλλά αυτήν την φορά με την πίσω μεριά,εκεί υπήρχε κάτι που δεν είχα παρατηρήσει τόσες μέρες,κάποιες λέξεις που αντιστοιχούσαν με τους  ψιθύρους.  Άκουγα 'κράτα, μίλα,φύγε' και η φωτογραφία είχε τις λέξεις 'γερά,με την καρδιά,μακριά΄ και  μπροστά από κάθε λέξη υπήρχε ένα κενό για να συμπληρώσεις, και αν ταίριαζαν, θα μπορούσα να κάνω μια οποιαδήποτε ευχή όπως έλεγε στην άκρη,με μικρά μικρά γράμματα. Λοιπόν και εγώ συμπλήρωσα στους ψιθύρους πιστεύοντας πως είναι οι σωστές λέξεις βιαστικά και έκανα την ευχή. Περίμενα,περίμενα..τίποτα..η μελαγχολία μου μετατράπηκε σε θυμό. Είχε ξημερώσει ήδη και μπορούσα να δω καλύτερα. Κοιτούσα την φωτογραφία και την τσαλάκωνα ταυτόχρονα..
Την επόμενη μέρα ξύπνησα απότομα, έτρεχα και έτρεχα,έψαχνα και έψαχνα..ανάμεσα σε φύλα και πέτρες..έψαχνα την άλλη μισή φωτογραφία..μα φυσικά,αφού την είχα βρει σκισμένη!   
Δύσκολο να έψαχνα όλο αυτόν τον λαβύρινθο σε μια μέρα..έτσι έψαχνα για αρκετές μέρες..τίποτα ακόμα..έκατσα,πήρα μια ανάσα..έκλεισα τα μάτια μου και φαντάστηκα την φωτογραφία πως θα ήταν ολόκληρη, αργότερα φαντάστηκα την πεταλούδα ελεύθερη,να πετά από το ένα λουλούδι στο άλλο,από εδώ εκεί. Μετά σκέφτηκα πόσο θα ήθελα να βρισκόμουν σε μια αγκαλιά που θα με κρατούσανε δυο χέρια που θα με πρόσεχαν. Και μετά δεν θυμάμαι τίποτα..
Ξύπνησα και ήμουν στο δωμάτιο μου,και όλα όπως πριν. Έβγαλα την φωτογραφία από την τσέπη μου, και ήταν ενωμένη, ολόκληρη..όπως ακριβώς την είχα φανταστεί. Χαμογέλασα και βγήκα έξω να δω όσα μου έλειψαν, μάλλον..όλα μου έλειψαν. 
Και όλοι ρωτούσαν 'που ήσουν τόσες μέρες'..και εγώ τους ψιθύριζα, σε ένα όνειρο. Ανατρίχιασα.  
Και ναι όντος μετά από λίγο καιρό το διαπίστωσα, με την φωνή της μάνας μου να μου λέει 'κοιμόσουν 17 ώρες'! 
Ήταν όνειρο, ένα όμορφο όνειρο με ψιθύρους που αντιπροσωπεύουν ότι θα ήθελα να ακούω από ανθρώπους..κράτα γερά,μίλα με την καρδιά,φύγε μακριά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου